Ομάδα θ… όπως θέατρο: «Η αυλή των Θαυμάτων»

Από την Ομάδα «θ… όπως θέατρο»

Η Ομάδα θ… όπως θέατρο στο πλαίσιο της Θεατρικής Άνοιξης παρουσιάζει την θεατρική παράσταση «Η Αυλή των Θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε σκηνοθεσία Κορτέσσας Ανέγρονου.

Η παράσταση θα ανέβει το Σάββατο 20 και την Κυριακή 21 Μαΐου καθώς και το Σάββατο 27 και την Κυριακή 28 Μαΐου, στις 9.00 το βράδυ στο Πολιτιστικό Κέντρο Ορμύλιας Χαλκιδικής.

ΔΙΑΝΟΜΗ

ΒΟΥΛΑ: Άννα Μπακρατσά
ΜΑΡΙΑ: Φαίδρα Παπουτσή
ΓΙΑΝΝΗΣ: Σάκης Παρθενιώτης
ΙΟΡΔΑΝΗΣ: Δημήτριος Τουφεκούλας
ΑΝΝΕΤΩ: Άννα Παπουτσή
ΑΣΤΑ: Φωτεινή Ραζάκου
ΝΤΟΡΑ: Νίκη Παπαθανασίου
ΜΠΑΜΠΗΣ: Γιώργος Δροσσάς
ΣΤΡΑΤΟΣ: Δημήτρης Κυρομίτης
ΟΛΓΑ: Παρασκευή Κατσαγώνη & Ειρήνη Διαμαντή
ΣΤΕΛΙΟΣ: Χάρης Κολιώτσας
ΑΝΤΡΑΣ & ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Πέτρος Τσιώρας
Α ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ : Νίκος Πέγιος
Β ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ : Τηλέμαχος Συκιώτης
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Κώστας Μιμάνι
ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ: Μιχάλης Κουστούδας

Οι συντελεστές

ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ: Ιωάννα Μπούιντα, Άννα Τζάμου
ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Κορτέσσα Ανέγρονου
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΚΗΝΙΚΩΝ: Δημήτρης Τουφεκούλας, Θανάσης Κουρτίδης
ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΚΗΝΙΚΩΝ: Αλίκη Αναγνωστούδη
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Δημήτρης Καρπέτης
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΦΙΣΣΑΣ: Δημήτρης Κυρομίτης
ΦΩΤΙΣΜΟΙ: ΑΦΟΙ ΤΣΙΚΟΥΡΗ

Η θεατρική ομάδα ευχαριστεί:
-τους υπευθύνους της Δ.Ε. Ορμύλιας και του Δήμου Πολυγύρου για τη συνεχή τους στήριξη.
-Τον Σύλλογο Γυναικών «ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ»
-Τον κο Βασίλη Κονδυλάκη για την παραχώρηση της στολής του αστυφύλακα
– Το Άμμος beach bar (Ψακούδια Χαλκιδικής)

ΕΙΣΟΔΟΣ: 3,00€

Στο σημείωμα της πρώτης παράστασης γράφει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης:

«Αν με ρωτούσε κανείς τί θα ήθελα, σαν συγγραφέας, θα του απαντούσα «Να γράψω έργα με όσο το δυνατόν γνησιότερη την προέλευσή τους από τον τόπο μας». Κι αν με ξαναρωτούσαν ποια είναι η φιλοδοξία μου στο θέατρο, θά’λεγα πως θά ήθελα, με μια σειρά από θεατρικά έργα, ν’ανακαλύψω τον Έλληνα σαν σύγχρονο άνθρωπο. Θέλω να πω, ν’ανακαλύψω τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων του τόπου μου και του καιρού μου, μέσα από την πρόσκαιρη έκφραση της σχέσης τους με τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.

Η «Αυλή των Θαυμάτων» βασίζεται στην έλλειψη σταθερότητας και σιγουριάς, που χαρακτηρίζει τη ζωή του Έλληνα. Η αστάθεια αυτή, όσο γνώριμη σε όλους μας, αρχίζει από το αλλοπρόσαλλο κλίμα μας, τη «στρατηγική» γεωγραφική μας θέση, τη φτώχεια του τόπου μας, και τελειώνει στην ιδιωτική μας οικονομία. Όλα στην Ελλάδα ανεβοκατεβαίνουν πολύ εύκολα, κυλούν, φεύγουν, κι η συνηθισμένη λαχτάρα του Ρωμιού είναι να στεριώσει κάπου, να σιγουρέψει κάτι.

Η λαϊκή τάξη εκφράζει πάντα με πιότερη γνησιότητα τα χαρακτηριστικά της ζωής, γι’αυτό δεν είναι τυχαίο που τοποθέτησα το έργο στο χώρο της. Η ρευστότητα στις συνθήκες ζωής του Έλληνα, η μεσογειακή του ιδιοσυγκρασία και μια έμφυτη αντίσταση στις δυσκολίες, μια αισιοδοξία, του διαμορφώνουν ένα χαρακτήρα που δεν έχει στέρεα σύνορα, δεν μπορείς εύκολα να τον καθορίσεις. Μέσα στο ίδιο άτομο βλέπεις να γεννιούνται τα πιο αντίθετα μεταξύ τους αισθήματα, που καλύπτουν όλη την κλίμακα από το καλό ως το κακό – κι αντιστρόφως – μια διαρκής δηλαδή αποκάλυψη ψυχικού πλούτου, μια σειρά από μικρά θαύματα. […]

Οι τεράστιες ζημιές που είχε αφήσει η θεομηνία του πολέμου, η πολιτική αναταραχή και το ψυχολογικό σκόρπισμα που ακολούθησε τον εμφύλιο, κράτησαν τη χώρα με ανοιχτές πληγές ολόκληρη τη δεκαετία του σαράντα. Έτσι μπήκαμε στη μεταπολεμική μας εποχή με σοβαρή καθυστέρηση όχι μόνο χρονικά, αλλά και με προκαταλήψεις παράταιρες για εξελικτικές ανάγκες του λαού.

Άρχισε βέβαια με γοργό ρυθμό η ανασυγκρότηση, η ανοικοδόμηση, η βιομηχανική, η εμπορική ανάπτυξη. Η ζωή από χρόνο σε χρόνο άλλαζε αλματωδώς όψη. Αλλά η αλλαγή δεν ήταν το ίδιο γενναιόδωρη για όλα τα κοινωνικά στρώματα. Τα πολιτικά πάθη, οι φοβίες και προπάντων η εκμετάλλευση τους, εμποδίζανε τη δικαiότερη και λιγότερο άνιση κατανομή των αγαθών που έφερνε η οικονομική πρόοδος. Το εισοδηματικό χάσμα ανάμεσα στον εργατοϋπαλληλικό κόσμο και στον επιτήδειο «μπίζνεσμαν» της ανασυγκρότησης, τον δανειοδοτούμενο μεγαλοβιομήχανο, έμπορο, εφοπλιστή κ.λ.π. ήταν πιο κραυγαλέο απ’ όσο προπολεμικά. Η απόσταση από το οικονομικά ρωμαλέο κέντρο της Αθήνας ως τις γειτονιές της με τους χωματόδρομους, τους προσφυγικούς συνοικισμούς, τις πυκνοκατοικημένες αυλές, έγινε ακόμα πιο μεγάλη. Σ’ αυτές τις αυλές που κάποια προπολεμική αφέλεια τις είχε πασπαλίσει με ειδυλλιακότητα και ρομαντισμό, η ζωή στην πραγματικότητα ήταν μια πολύ σκληρή ιστορία κι αθλιότητα περίσσευε.

Σ’ αυτές τις γειτονιές και σ’ αυτές τις αυλές άργησε πολύ να φτάσει η καλύτερη ζωή που δημιουργούσε η ανασυγκρότηση και η ανοικοδόμηση. Το μερίδιο της φτωχολογιάς που κατοικούσε εδώ , το μερίδιο της στο οικονομικό θαύμα που γινόταν, ήταν ένα σκέτο μεροκάματο κι αυτό όχι καθημερινά σίγουρο. Εδώ βασίλευε η ανασφάλεια κι η καταφυγή στο μικροσυναισθηματισμό και στην ονειροπόληση. Οι άνθρωποι της αυλής του έργου που θα δείτε είχαν ξεμείνει ανυπεράσπιστοι ακόμη και απ΄τον ίδιο τον εαυτό τους, ξεχασμένοι μέσα σε συνήθειες και τρόπο ζωής που δεν τους βοηθούσε να δούνε Θεού πρόσωπο. Γι’ αυτό και η μεγαλύτερη αλλαγή έφτασε σ’ αυτούς σαν καημός για μετανάστευση και εκσκαφέας που ισοπέδωσε τις αυλές για να αξιοποιηθούν τα οικόπεδα. «Η Αυλή των Θαυμάτων» όταν γράφτηκε, ήταν το κύκνειο άσμα ενός κόσμου βαθιά δικού μας και βαθιά πικραμένου». 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s